Επαναστάτης
Παίζουνε τα ποτάμια με την ιστορία τους.
Απόψε βρέχει στα βουνά
κι οι κάμποι πλημμυρίζουν.
Μπήκε το φις στην πρίζα,
άναψαν τα φωτάκια που δημιουργούν μελαγχολία.
Μονάχα βαλς, σουιγκ και τάγκο παίζουν τα ραδιόφωνα.
Όνειρα στην ομίχλη, όνειρα από ξένους τόπους,
αβάσταχτο το να ελπίζεις αορίστως
στο βούτηγμα, στον έρωτα και στο χαμόγελο εκείνης.
Άναψαν τα φωτάκια που δημιουργούν μελαγχολία,
απ' την ανηφοριά που βρίσκομαι κοιτάζω πίσω,
είμαι κι εγώ υπεύθυνος για τα μοντέρνα ανεμόπτερα,
τού κόσμου τού ελεύθερου τα μερεμέτια
που δεν έγιναν
και μασκαρεύτηκαν οι ώρες
και μασκαρεύτηκαν αγγίγματα χαράς
κι οι πιερότοι δήλωσαν κι αυτοί αποστασία.
Χωράει ο κόσμος;
Χωράει ο κόσμος τα αντίσκηνα των λερωμένων ιπποτών;
Χωράει τα μεγαλειώδη χωρατά των θρησκειών;
Χωράει τα γυρίσματα τού χρόνου;
Ή είναι μια σπουδαία αφορμή
για να ανέβω τώρα πιο ψηλά
και άφοβα να πάω να πολεμήσω;