Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

Ιερά Μονή Παναγίας Σπηλιώτισσας Αγράφων - Εκπληρώνοντας κάτι σαν τάμα

 Τα παιδιά συνήθως μεγαλώνουν ακούγοντας ιστορίες που τους διηγούνται οι μεγάλοι.  Έτσι μεγάλωσα κι εγώ,  με εντυπωσιακές ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα μου για το χωριό του και την ευρύτερη περιοχή αυτού,  μια ψηλά βουνά,  αρπακτικά πουλιά,  άγρια ζώα,  νεράιδες και φαντάσματα, χώρια με λίγο κόσμο και στη μέση αυτής της παραμυθένιας κοινωνίας ένα μεγάλο μοναστήρι,  αυτό της Ιεράς Μονής Παναγίας Σπηλιάς Αγράφων, στην οποία λειτουργούσε ο ιερέας παππούς μου. Όλα αυτά που μου διηγούνταν σαν παραμύθια ο πατέρας μου τελείωναν με την έναρξη του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου,  τότε άλλαξαν όλα,  τα ένστικτα τής αγριότητας βγήκαν στην επιφάνεια,  ήρθε και ο εμφύλιος,  πάει και ο ιερέας παππούς μου και οι δικοί μου γίνανε εσωτερικοί πρόσφυγες ξαφνικά,  ξαφνικά άλλαξαν οι ζωές τους, ξαφνικά έπρεπε να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο άλλο.

     Αυτό όμως το κείμενο δεν αφορά τα σκοτεινά χρόνια,  αλλά αυτά που προηγήθηκαν αυτών,  με σκοπό, ας πούμε,  ένα είδος επανεκκίνησης του κόσμου της μαγείας.  Χρόνια ήθελα να επισκεφτώ αυτή την περιοχή.  Ο πατέρας μου, όσο ζούσε,  έβρισκε πάντοτε κάποιες δικαιολογίες και ανέβαλε επισκέψεις που προσπαθούσα να οργανώσω. Δύο φορές μόνο πήγαμε μαζί μέχρι ένα σημείο - με τη δικαιολογία την αδυναμία της καρδιάς του δεν προχωρήσαμε.  Σταματήσαμε λίγο πριν το χωριό Πευκόφυτο όπου ο πατέρας μου είχε τραβήξει κάποιες εξαιρετικές φωτογραφίες. Αργότερα μας άφησε χρόνους και αυτός και τα αδέρφια του.
      Στην πορεία, η ταχύτητα της ζωής φρόντισε να με κάνει να θάβω μέσα μου το ενδιαφέρον μου για να εξερευνήσω αυτά τα βουνά και το μεγάλο μοναστήρι, να μάθω, να φωτογραφίσω και να γράψω. Υπήρξαν πολλές στιγμή που σαν ίχνη λάβας σε κοιμισμένο ηφαίστειο μου έφερναν στο νου μου την υπόθεση Αργιθέα διάφορες αναφορές που έφταναν στ' αυτιά μου αλλά,  είπαμε,  η ταχύτητα της ζωής... Μέχρι, που, διάβασα ένα κείμενο του διάσημου φωτογράφου της Εθνικής μας Αντίστασης το οποίο αναφερόταν στον ιερέα παππού μου. Αυτά που έγραφε μου θύμισαν τις διηγήσεις του πατέρα μου, με ταρακούνσαν,  με έκαναν να θέλω να πάω να βάλω το χέρι μου υπό τον τύπον των ήλων, να δω τα βουνά,  τις ανεμοδαρμένες κορυφές τους,  να δω το μεγάλο μοναστήρι των θαυμάτων,  να αναπνεύσω τον πεντακάθαρο μα και αραιό αέρα, να αναγνωρίσω κάποια σημεία στα οποία αναφερόταν κάθε τόσο ο πατέρας μου.
      Και βρέθηκε ο τρόπος και μία των ημερών βρέθηκα ξημερώματα να ανεβαίνω ως μέλος ενός γκρουπ προσκυνητών, λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο.  Πολλές στροφές, δύσκολοι δρόμοι,  η θεομηνία Ιανός τους έκανε πιο δύσκολο, εδώ εκεί δούλευαν μηχανήματα έργων,  μπαζώνοντας,  ισάζοντας, χαλικώνοντας τους δρόμους.  Κάπου στη μέση της διαδρομής ο ουρανός άρχισε να αποκτά το πορτοκαλί το χρώμα που προμηνύει το ξημέρωμα.  Εδώ εκεί έσπασαν τη μονοτονία κάποια συννεφάκια,  μοναχικά κι αυτόνομα,  ακίνδυνα σε πρώτη ανάγνωση.  Έβγαλα μέσα από το αυτοκίνητο δύο τρεις φωτογραφίες κι ύστερα ανακάθισα στη θέση μου ψάχνοντας τρόπους για να αντιμετωπίσω τη ναυτία.
      Στροφή τη στροφή,  ελιγμό τον ελιγμό,  ανηφόρα την ανηφόρα και βάραθρο το βάραθρο φτάσαμε λίγο πριν την τελική στροφή προς το μοναστήρι, περνώντας το χωριό που έμενε η οικογένεια του παππού μου, το Φουντωτό της Αργιθέας. Ψηλά βουνά από δω, ψηλά βουνά από απέναντι,  θυμήθηκα το αγαπημένο μου βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τα Ψηλά Βουνά, θυμήθηκα  κι εκείνου τα Ψηλά βουνά λίγο πιο δίπλα στην Ευρυτανία τα οποια είχα επισκεφτεί πριν από λίγα χρόνια - εδώ όμως η περίπτωση είναι διαφορετική,  πιο άγρια,  λιγότερο κοσμική, κατά κάποιο τρόπο ευλογημένα πρωτόγονη.
      Τελευταία στροφή λοιπόν,  ένα χιλιόμετρο σε φρεσκοφτιαγμένο τσιμεντόδρομο και να το Μοναστήρι της Παναγίας της Σπηλιώτισσας των Αγράφων,  με την θαυματουργή του την εικόνα της Παναγίας,  με την πηγή με το παγωμένο γάργαρο νερό να τρέχει,  με τα κελιά,  με τον ξενώνα,  με τις δυο πέτρινες εκκλησίες μια δίπλα στην άλλη: Η μία Κοίμηση της Θεοτόκου και η άλλη Παναγία η Ζωοδόχος Πηγή, η μία να γιορτάζει μες στην άνοιξη και η άλλη στο τέλος του καλοκαιριού,  τυχαίο;
      Μόλις κατέβηκα από το αυτοκίνητο το πρώτο πράγμα που εκανα ήταν να φωτογραφίσω το
  Τα παιδιά συνήθως μεγαλώνουν ακούγοντας ιστορίες που τους διηγούνται οι μεγάλοι.  Έτσι μεγάλωσα κι εγώ,  με εντυπωσιακές ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα μου για το χωριό του και την ευρύτερη περιοχή αυτού,  μια ψηλά βουνά,  αρπακτικά πουλιά,  άγρια ζώα,  νεράιδες και φαντάσματα, χώρια με λίγο κόσμο και στη μέση αυτής της παραμυθένιας κοινωνίας ένα μεγάλο μοναστήρι,  αυτό της Ιεράς Μονής Παναγίας Σπηλιάς Αγράφων, στην οποία λειτουργούσε ο ιερέας παππούς μου. Όλα αυτά που μου διηγούνταν σαν παραμύθια ο πατέρας μου τελείωναν με την έναρξη του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου,  τότε άλλαξαν όλα,  τα ένστικτα τής αγριότητας βγήκαν στην επιφάνεια,  ήρθε και ο εμφύλιος,  πάει και ο ιερέας παππούς μου και οι δικοί μου γίνανε εσωτερικοί πρόσφυγες ξαφνικά,  ξαφνικά άλλαξαν οι ζωές τους, ξαφνικά έπρεπε να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο άλλο.
     Αυτό όμως το κείμενο δεν αφορά τα σκοτεινά χρόνια,  αλλά αυτά που προηγήθηκαν αυτών,  με σκοπό, ας πούμε,  ένα είδος επανεκκίνησης του κόσμου της μαγείας.  Χρόνια ήθελα να επισκεφτώ αυτή την περιοχή.  Ο πατέρας μου, όσο ζούσε,  έβρισκε πάντοτε κάποιες δικαιολογίες και ανέβαλε επισκέψεις που προσπαθούσα να οργανώσω. Δύο φορές μόνο πήγαμε μαζί μέχρι ένα σημείο - με τη δικαιολογία την αδυναμία της καρδιάς του δεν προχωρήσαμε.  Σταματήσαμε λίγο πριν το χωριό Πευκόφυτο όπου ο πατέρας μου είχε τραβήξει κάποιες εξαιρετικές φωτογραφίες. Αργότερα μας άφησε χρόνους και αυτός και τα αδέρφια του.
      Στην πορεία, η ταχύτητα της ζωής φρόντισε να με κάνει να θάβω μέσα μου το ενδιαφέρον μου για να εξερευνήσω αυτά τα βουνά και το μεγάλο μοναστήρι, να μάθω, να φωτογραφίσω και να γράψω. Υπήρξαν πολλές στιγμή που σαν ίχνη λάβας σε κοιμισμένο ηφαίστειο μου έφερναν στο νου μου την υπόθεση Αργιθέα διάφορες αναφορές που έφταναν στ' αυτιά μου αλλά,  είπαμε,  η ταχύτητα της ζωής... Μέχρι, που, διάβασα ένα κείμενο του διάσημου φωτογράφου της Εθνικής μας Αντίστασης το οποίο αναφερόταν στον ιερέα παππού μου. Αυτά που έγραφε μου θύμισαν τις διηγήσεις του πατέρα μου, με ταρακούνσαν,  με έκαναν να θέλω να πάω να βάλω το χέρι μου υπό τον τύπον των ήλων, να δω τα βουνά,  τις ανεμοδαρμένες κορυφές τους,  να δω το μεγάλο μοναστήρι των θαυμάτων,  να αναπνεύσω τον πεντακάθαρο μα και αραιό αέρα, να αναγνωρίσω κάποια σημεία στα οποία αναφερόταν κάθε τόσο ο πατέρας μου.
      Και βρέθηκε ο τρόπος και μία των ημερών βρέθηκα ξημερώματα να ανεβαίνω ως μέλος ενός γκρουπ προσκυνητών, λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο.  Πολλές στροφές, δύσκολοι δρόμοι,  η θεομηνία Ιανός τους έκανε πιο δύσκολο, εδώ εκεί δούλευαν μηχανήματα έργων,  μπαζώνοντας,  ισάζοντας, χαλικώνοντας τους δρόμους.  Κάπου στη μέση της διαδρομής ο ουρανός άρχισε να αποκτά το πορτοκαλί το χρώμα που προμηνύει το ξημέρωμα.  Εδώ εκεί έσπασαν τη μονοτονία κάποια συννεφάκια,  μοναχικά κι αυτόνομα,  ακίνδυνα σε πρώτη ανάγνωση.  Έβγαλα μέσα από το αυτοκίνητο δύο τρεις φωτογραφίες κι ύστερα ανακάθισα στη θέση μου ψάχνοντας τρόπους για να αντιμετωπίσω τη ναυτία.
      Στροφή τη στροφή,  ελιγμό τον ελιγμό,  ανηφόρα την ανηφόρα και βάραθρο το βάραθρο φτάσαμε λίγο πριν την τελική στροφή προς το μοναστήρι, περνώντας το χωριό που έμενε η οικογένεια του παππού μου, το Φουντωτό της Αργιθέας. Ψηλά βουνά από δω, ψηλά βουνά από απέναντι,  θυμήθηκα το αγαπημένο μου βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τα Ψηλά Βουνά, θυμήθηκα  κι εκείνου τα Ψηλά βουνά λίγο πιο δίπλα στην Ευρυτανία τα οποια είχα επισκεφτεί πριν από λίγα χρόνια - εδώ όμως η περίπτωση είναι διαφορετική,  πιο άγρια,  λιγότερο κοσμική, κατά κάποιο τρόπο ευλογημένα πρωτόγονη.
      Τελευταία στροφή λοιπόν,  ένα χιλιόμετρο σε φρεσκοφτιαγμένο τσιμεντόδρομο και να το Μοναστήρι της Παναγίας της Σπηλιώτισσας των Αγράφων,  με την θαυματουργή του την εικόνα της Παναγίας,  με την πηγή με το παγωμένο γάργαρο νερό να τρέχει,  με τα κελιά,  με τον ξενώνα,  με τις δυο πέτρινες εκκλησίες μια δίπλα στην άλλη: Η μία Κοίμηση της Θεοτόκου και η άλλη Παναγία η Ζωοδόχος Πηγή, η μία να γιορτάζει μες στην άνοιξη και η άλλη στο τέλος του καλοκαιριού,  τυχαίο;
      Μόλις κατέβηκα από το αυτοκίνητο το πρώτο πράγμα που εκανα ήταν να φωτογραφίσω το
  Είχα επιστρέψει στις ρίζες μου; Έκανα μια προσπάθεια να αναδείξω έναν ιστορικό για θρησκευτικούς αλλά και ιστορικούς λόγους τόπο, με τις φωτογραφίες που τράβηξα για να τις δημοσιεύσω; Σαφέστατα όλα αυτά μαζί συν μια προσπάθεια να διώξω από πάνω μου κάποιες αναστολές που μου δημιουργούσε η μελαγχολία του πατέρα μου όταν μιλούσε για τα τελευταία χρόνια που πέρασε επάνω στα βουνά. Ο κόσμος αλλάζει,  ο κόσμος προχωρά και οι καλές νεράιδες επιστρέφουν σε μέρη σαν κι αυτό, μαζί τους επανέρχονται το πνεύμα και η αισθητική, το παραμύθι συνεχίζεται και ο θυμός περνά σε δεύτερη μοίρα.  Γίνεται καλύτερος άνθρωπος κανείς βαδίζοντας σε γεμάτα ιστορία μονοπάτια, οι υπερβάσεις γίνονται βοηθοί της κατανόησης της τραγωδίας στην οποία οδηγείται ο αμετροεπής υλικός μας πολιτισμός,  έτσι όπως ως έχει βασιστεί στις πιο κυνικές θεωρίες που υπάρχουν.
     Τώρα που γράφω αυτές τις αράδες αναπολώ τον χρόνο που πέρασα ψηλά στις αετοφωλιές της Αργιθέας.  Θα το ξαναεπιχειρήσω,  σίγουρα θα το ξαναεπιχειρήσω να επισκεφτώ ξανά αυτόν τον τόπο ,  αυτά τα ψηλά βουνά πια για μένα είναι κάτι περισσότερο από ένα τάμα ή μια επιβεβαίωση,  είναι ένας δρόμος,  ένας δρόμος δύσκολος που συμβολίζει κάθε τι που η μοίρα μας το στέλνει χωρίς ποτέ να μας ρωτάει τι και πώς. 
       
       

Μεγάλες ώρες

  "Μεγάλες ώρες" Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός . Σ το βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά Κ αι πίσω η πύλη ίσα που φαινό...