Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Σε περιμένω σ' ένα πέρασμα


(Σε περιμένω σ' ένα πέρασμα)
Σε περιμένω σ' ένα πέρασμα
Γνωρίζοντας πως θα το αγνοήσεις:
Πρωταγωνίστρια μέχρι το τέλος
Πρωταγωνίστρια μέχρι το τέλος κάθε μέρας•
Ύστερα σε μια αίθουσα θεάτρου
Αναμένοντας να ακουστούν οι εντολές
Που τελειώνουνε τον χρόνο που αναλογεί
Σε δυο ερωτευμένους.

Μα πρωτοτύπησα αυτό εδώ τ' απόγευμα
Και σε περίμενα στην όχθη κάποιου ποταμού - ξανά δεν ήλθες
Και τα καλάμια έκλαιγαν  καθώς τα ακουμπούσε ο νοτιάς
Κι εσύ, πού ήσουν;
Κει έμεινα ως τη στιγμή π' ακούστηκε από την εκκλησιά τού διπλανού χωριού
Ο ήχος της καμπάνας:
Ποιος ήταν άραγε αυτός που την χτυπούσε;
Ο άγγελος; Ο σατανάς; Ο άνεμος; Η μοίρα;

Και τα θλιμμένα  μάτια μου, ζητούσαν επιπλέον αντοχή•
Βρήκα τού μολυβιού τη μύτη ραγισμένη - μόλις γύρισα
Αναρωτήθηκα ποιος έχει το κουμάντο
Το παρελθόν ακολουθεί
Φτάνουμε κάπου, φτάνουμε ως εκεί, έχουμε όρια
Και περιμένουμε ποιο θα 'ναι το απόγευμα
Που γύφτοι θα μαζέψουν τις δικές μας τις σωρούς
Απ' τη μεγάλη λίμνη.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Μπειλίκι Καρδίτσας















Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Παρά - δοξολογία


(Παρά – δοξολογία)
Άκουγα μα δεν καταλάβαινα ποιος ήτανε ο ύμνος
Όχι, δεν καταλάβαινα
Κι ας, μου πουλούσαν ως την τελευταία μου στιγμή ελπίδες.
Ούτε τούς μάγους ρώτησα
Ούτε τα μαντικά δελτία διάβασα
Ούτ' έκλαψα δίπλα απ' το ποτάμι -
Τα δάκρυα της προδοσίας είναι αρμυρά
Βγαλμένα κατευθείαν απ' τη θάλασσα
Σαν σπάροι.

Τα μανιτάρια κοίταζα που ήταν πάνω στους κορμούς
Και αντιλαμβανόμουν μία άφεση διπλή - ή και τριπλή
Σαν έρωτας τριγύρω να πλανιέται
Σαν έρωτας από αυτούς που δεν τούς υποφέρει ο λαός:
Στο τέλος σήψη - και παράξενα ημίψηλα καπέλα:
Αιώνας ποιος;
Συν μόνο ένα μονοπάτι:
Το μονοπάτι το οποίο οδηγούσε (ακριβώς)
Στης λίμνης το λιμάνι.

Και ήταν η αγάπη μου εξόριστη
Χωρίς καμία ανταπόκριση - χωρίς πατρίδα.
Χωρίς πατρίδα ήταν η αγάπη μου - 
Κι έκανε τόσο κρύο...
Τις παρηχήσεις των συμφώνων μελετούσα καθημερινά
Προέβλεπα μ' αυτόν τον τρόπο τον καιρό
Μα διαρκώς μια άνοιξη
Μου έδειχνε ψυχρά τον θάνατό μου.

《Θα χάνεσαι, θα χάνεσαι και κανείς δεν θα σε βλέπει
Και αμνησία και χαρά:
Ο μύθος σου θα τελειώσει άγνωστος
Κάθε καλή σου πράξη άγνωστη κι αυτή -
Θα σού επιστραφεί κάθε καλή σου πράξη
Ληγμένη, ληγμένη - το καταλαβαίνεις;
Της μνήμης το κανάλι την κακία απαιτεί》
Μου 'πε στην ακροποταμιά ο βετεράνος ποιητής
Προτού πετάξει για την άλλη πολιτεία.

Κι εγώ που να υποταχθώ δεν το προσπάθησα
Αυθεντικός; Φθηνός; Είδος μουσειακό;
Ήλιου χειμερινού το φυλακτό;
Κι όμως, υπάρχουν τώρα άνθρωποι δεκαοκτώ χρονών -
Χρόνια πολλά επιδιόρθωνα φανταστικά κατάλοιπα
Μιας μετονομασίας.

Όχι, δεν είμ' αυτό που βλέπετε
Βλέπετε ένα άγαλμα από αυτά που δε μιλούν
Παλιά ήμουνα (λέει) ένας ήρωας – βλακείες
Το μόνο πράγμα που  υπήρξα ήταν τυχοδιώκτης•
Όσο για τούτη την τιμή
Πιστέψτε με:
Γι' αυτή δεν δεν είμ' εγώ υπεύθυνος
Γι' αυτή εγώ δεν φταίω.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Δημοκρατία


(Δημοκρατία)
Θάλαμος ανανήψεως, αίθουσ' αναμονής, βουβή συνομιλία με το παρελθόν• και κρύο. Ποια είν' η πρώτη λέξη; - Τύραννος, μάγος ή αυτόχειρ; - Επιλογή ελεύθερη - πάντα ελεύθερη, ελεύθερη ζωή, ελεύθερη λεηλασία: Κ α κ ο φ ο ρ μ ί σ α μ ε.
Ποιος τόλμησε; - Ποιος να τολμήσει; - Επί τής γης ειρήνη - εύχονται• κι εγκαινιάζουνε μνημεία αίματος οι άλλοι: Μήπως περάσανε οι Τάταροι και απ' τη Θεσσαλία; - Προφανώς  κάτι έχει συμβεί• φοβάμαι για το τώρα. Ποιος τόλμησε; - Από ψηλά, μέχρι εκεί όπου πατά ο χρόνος: ο θρύλος τού παραδείσου, η ματαιότητα: θέλω να δω, θέλω να ταξιδέψω - ξέχασε τούς λογάδες: Κ α κ ο φ ο ρ μ ί σ α μ ε.
Ναι, στη σκιά, ο κουρνιαχτός που μολογά το καλοκαίρι• μα όχι έτσι: πέρσι καλύτερα, μεθαύριο καλύτερα, ως τον τερματισμό, ως τον τερματισμό: Ο νικητής σαν φτάνει στο κατάλληλο σημείο ανυψώνεται, υπάρχει φως, για πόσο θα υπάρχει; - Για πόσο είναι νικητής ο νικητής; - Μου είναι αδιάφορο. Τώρα, μου είναι αδιάφορο• τ ' ομολογώ.
Κι όταν κι αν: ας επιδιορθώσουμε τις μυρωδιές• άλλωστε, μας κουράζουν πότε-πότε και τα όνειρα: άλλοι μετράνε προβατάκια, άλλοι μετρούν τρελούς ουρανοξύστες, άλλοι φοβούνται, άλλοι βρίζουν και άλλοι (οι τελευταίοι απ' τούς άλλους) απεργούν: Ας γίνει να απεργήσουν και οι ήρωες, έστω για μια φορά, μόνο για μια φορά - και να 'ναι Κυριακή, σίγουρα να 'ναι Κυριακή. Γιατί, η Κυριακή έχει την άρρωστη συνήθεια να σβήνει.
Λοιπόν; Θα γίνει επιτέλους κάτι; Ή θα κυκλοφορεί το έγκλημα απ' εποχή σε εποχή; Ή θα μοντάρονται συνέχεια τα φιλμ; Λοιπόν;  - Δεν περιμένω απ' την ιστορία ουρανό: Τής Ανανήψεως, τής Αναλήψεως, δεν ξέρω το ποια είν' ετούτη η γιορτή• πάντως, λίγο πριν απ' τις εκλογές, οι πάντες ομιλούν για τη δημοκρατία.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Μακριά από το νότο

(Μακριά από το νότο)
Μαζί με τη νύχτα, παρέα με τη μουσική  - συνωμοτώντας
Μοιράζομαι, μοιράζομαι κι ας κλαίω
Για το βουνό που δεν μετακινήθηκε
Και για τον ήλιο που μας εγκατέλειψε
Προτού αρχίσει το ξεφούσκωμα τού ποταμού
Προτού η εμπειρία βασιλέψει -
Ο ήλιος εβασίλεψε
Κι ο ουρανός ανήκει τώρα στο φεγγάρι.

Και ότι πλάστηκε ανήκει - πού ανήκει;
Τώρα δε που το παρεμπόριο ανθεί
Όπως και η τοκογλυφία:
Ο δράκοντας είναι λευκός, ο δράκοντας είναι αόρατος
Στιγμές - συνέχεια τελειώνουνε στιγμές
Καλές στιγμές - όπως το καλοκαίρι.

Χωράει η καρδιά, χωρά όλο τον πόνο τού να ζεις -
Χώρες αδιάφθορες, μουντές, αόρατες τη νύχτα
Εμείς στα χνάρια εξερευνητών -
Η γη το αντικείμενο τού ταξιδιού
Εύκολα νοσταλγεί κανείς το θόρυβο τού νότου.

Χώρες αδιάφθορες, μουντές, αόρατες τη νύχτα
Κι οι φούρνοι είναι αναμμένοι
Όμως αυτοί οι φούρνοι δεν παράγουν φαγητό
Κι εγώ, μαζί με τη νύχτα, παρέα με τη μουσική – συνωμοτώντας
Καταλαβαίνω από την οσμή
Την ένταση των μαρτυρίων  -
Και ότι πλάστηκε ανήκει - ανήκει πού;
Μια σιγουριά και μια ερώτηση με βασανίζουν
Αχ να μυρίζει λίγη άνοιξη!
Τώρα είν' η σειρά απ' τα νταούλια.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Διαδρομή: Καρδίτσα - Πέριξ - Καλλίθηρο (ή Σέκλιζα ή Μικρή Μόσχα) - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ























































ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ



(ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ)
Έχει το τέλος τού χειμώνα ιδιαίτερη χροιά. Επάγγελμα: το να εκφράζω• αχ τι παράξενο! Ενδόμυχα καταλαβαίνω πώς δημιουργούνται απορίες, κι αυτό, γιατί, δέντρα κρυστάλλινα υπάρχουν στις ακτές απ' τη μεγάλη λίμνη. Καταδρομείς, τόσοι πολλοί καταδρομείς, μιλιούνια: σαν τα κουνούπια, εξοπλισμένοι τοξότες, κένταυροι• και αύριο σαν χθες: ο πνιγμός και η ατίμωση τής παρθενίας. Κι εκείνη, πίσω από τον θάμνο της να περιμένει - άνοιξη από αυτές τής τηλεόρασης ή κι απ' αυτές των ποιητών που διαρκώς κατασκευάζουνε στα εργοστάσια τού λόγου. Πάντως, εγώ φροντίζω να γεμίζω τα κενά και να 'μαι έτοιμος για τον υπέρτατο αποχαιρετισμό• σα' να λέμε δηλαδή: ο κάθε ένας με τον τρόπο του και ας μη βρέχει: και ότι είναι, Είναι.
Όμως ισορροπούμε πάνω σε διαφορετικά σχοινιά, είναι διαφορετικοί οι λόφοι π' αγαπάμε• κι εντέλει όλοι είμαστε νησιά, όλη η γη είν' έν' απέραντο νησί• τούς πειρατές τούς περιμένει: Κρατώντας αναμμένο λίχνο περιμένει η ζωή• δεν σταματά ποτέ να περιμένει: Ζωή, αναμονή, ζωή που είναι μόνο μία. Όμως ισορροπούμε περιμένοντας• ισορροπούμε, παρατηρώντας με τα μάτια μας την ίδια εποχή διαφορετικά, ακούγοντας τον ήχο απ' την ίδια την καμπάνα• ξανά διαφορετικά: χρόνος είν' το καλό, χρόνος είν' το κακό και ο πλανόδιος ο μουσικός παίζει μπροστά στο συντριβάνι τής πλατείας: Τα κύματα του Δουνάβεως, την Κομπαρσίτα κι ακόμα άλλα έξι ή επτά κομμάτια.
Πότε αυτό συνέβη; - Θα σάς γελάσω. Ίσως την εποχή που αγαπούσα ή ίσως την εποχή που δεν... Άλλωστε, δικαιοσύνη είναι το εδώ και τώρα• για το επέκεινα υπάρχουν τραγικά αγάλματα δήθεν ηρώων, δήθεν ηρώων, δήθεν...: Ρέκβιεμ! Ρέκβιεμ για την αποποινικοποίηση τής αμαρτίας τού μυαλού• μετά, φυλακισμένοι όλοι, και κολασμένοι όλοι, και φθηνοί: Από εδώ και μπρος ο πληθυσμός  των λέξεων θα λιγοστέψει.
Κι εγώ; Πώς λειτουργώ; Εγώ; Ποιος είμ' εγώ που θα τ' αποφασίσω; - Αλίμονο, αλίμονο σε όσους έχουν κερδηθεί, αλίμονο σ' εκείνους τούς οποίους ο χρόνος έκανε να τούς εκπροσωπούνε άλλοι• υποχρεωτικά και αυστηρά•  υποχρεωτικά - κι αντίρρηση καμία. Αντίρρηση: δουλειά  που απευθύνεται στις μάζες και αυτή• τι να σού κάνει ένας μόνος του, τι να σού κάνουν τρεις και πέντε• άντε, να επανδρώσουν κάμποσα κενά κελιά και ύστερα τα άλματα να γίνονται ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Τα πρόσωπα


(Τα πρόσωπα)
Πού έφτασα;
Αναρωτήθηκα μόλις συνάντησα τα πρώτα σπίτια
Και βάλθηκα να με αναζητώ
Και βάλθηκα ν' αναζητάω τα κομμάτια μου
Στους σκούρους χωματόδρομους από εκείνο το χωριό
Μέχρι που νύχτωνε (κάθε φορά)
Και δεν προλάβαινα την εκκλησία ανοικτή
Κι ως το επόμενο πρωί
Μου κάνανε παρέα το τεράστιο ρολόι της
Και το καμπαναριό της.

Τα κομμάτια μου - μα ποια κομμάτια μου;
Για τα κομμάτια μου και για εκείνα απ' τον Τίμιο Σταυρό
Τώρα ηλιοβασίλεμα – τώρα;
Τώρα - στο χρώμα τής σκουριάς
Κι ότι τελειώνει φεύγει δίχως δικαιώματα•
Επόμενη σελίδα - σ ε β α σ μ ό ς.

Κι η ενεργητική πλευρά;
Επόμενες κουβέντες - μόνο επόμενες, μόνο κουβέντες
Όταν οι αετοί θα σού απαγορεύουν την κατάθλιψη - εγώ το ξέρω
Το ξέρω, στέλνω το αφανές και το βουβό
Κρήνη τούς Ηρακλή, θεσσαλικό ποτάμι
Για μία δέσμη φωτεινή που σκάβει ανυπόμονα
Εδώ κι έναν αιώνα τον πλανήτη.

Για μία δέσμη φωτεινή, για τα κομμάτια μου
Χορός περιστεριών, χορός μελλοθανάτων πιερότων
Στη Βενετία άλλωστε οι μάσκες παραμένουν μελαγχολικές
Και όταν και αν και τότε:
Ο λόγος, ο λόγος, ο λόγος
Μία βιβλιοθήκη με βιογραφίες κλασσικών
Τα πρόσωπά τους και τα ράσα τους
Τα πρόσωπα - τ α  π ρ ό σ ω π ά  μ α ς.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Εγώ δεν σε φοβάμαι ουρανέ


(Δεν σε φοβάμαι ουρανέ)
Κάποτε είδα  ένα όνειρο: Ένα, ένα και μοναδικό: Ο ήλιος ήτανε (λέει) παγωμένος και από τα ψηλά βουνά αποχωρούσαν οι βοσκοί. Μόλις το είχα δει (θυμάμαι) είχα υποχωρήσει πρώτη μου φορά  (ήταν πρωί, ήταν απόγευμα - πού να θυμάμαι; και ποιον ενδιαφέρει, δηλαδή)• τότε ήταν που ξόφλησα τούς υπηρέτες μου σε είδος: τους υπηρέτες μου, αχ τους υπηρέτες μου - την πεθαμένη μου αποστολή αποχαιρέτησα με θάρρος: Ελλάδα: χίλια και χίλια κι άλλα χίλια τόσα χρόνια: Ποιο έλεος; - Μονάχα τραγωδίες μες στα χιόνια. Ποιο έλεος; Ποιες προσευχές; - Τα ξεχιονίζω τα περβόλια μου με ηλιακές ανταύγειες, όσο πιστεύω, όσο ζω και όσο γράφω: τάμα στον κάμπο κάποιας εποχής, τάμα μ' απόσταση, τάμα που γνώρισε τη Φρίκη της αφομοιώσεως και έζησε την κάθοδο των Δωριέων• μετά: θυσίες στο βωμό τής γνησιότητας ξανά• θυσίες και ελπίδες.
Κι επαναλήψεων συνέχεια, και ο παπάς με την αγιαστούρα του στις αυλές: τόσα για τ' όνειρο και τόσα για το θαύμα• βουβός ο Άγιος Φραγκίσκος τής Ασίζης: υγεία, ευεξία, ομορφιά και πρωινό με πάχνη στο χορτάρι: σταυρός, χαράκωμα, ρυθμός, χάνδρες κομπολογιού και ζάρια από τάβλι. Και, στο ματωμένο βρακί του γερουσιαστή Μακάρθι: ήλιος με δόντια: Δέκα η ώρα το πρωί! Ιησού Χριστέ! - Τι έπαθα και σκέφτομαι τη νύχτα; - Υπομονή, θ' αρχίσουνε οι πεταλούδες να πετούν ξανά κάτω από τις λέξεις που σαλεύουν: δημόσιοι υπάλληλοι στην εξοχή - εδώ και τώρα• και θλίψη κι ουρανός: θα δω ξανά τ' αποτελέσματα μεθαύριο: Βήματα, βήματα, βήματα και κραυγές!
Και ναι, γίνομαι φάντασμα• και ναι, κοιμάμαι πάνω στο τεράστιο μπαλόνι παρέα με τα πνεύματα τού Αβραάμ και του Αττίλα. Εσύ όμως, βάλ' τον καφέ στη μηχανή, στο δεύτερο ημίχρονο θ' αρχίσει το βρισίδι: Έρικα, Αφροδίτη και Ελένη, είμ' ένα φάντασμα, τραβάω προς την εξοχή κι εγώ, δώστε μου το μικρόφωνο: Ω - Ω, Ε - Ε, ΕΓΩ ΔΕΝ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΥΡΑΝΕ!
Δέκα η ώρα το πρωί! Ιησού Χριστέ! - Εντέλει οι πλατείες ήταν άγονες: σκλαβιά επάνω στη σκλαβιά, χαρά επάνω στη χαρά, εξοπλισμός, αξιοπρέπεια, θυμός, πρώτα ο ήχος απ' το σκουπιδιάρικο, από το σκουπιδιάρικο που την καρότσα του φορτώνει με σκουπίδια: στη δύση, στην ανατολή, όπου οι νύχτες κυβερνούν, όπου οι μέρες απεργούν κι ένα παιδί δακρύζει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Ρυθμός και διάβολος

(Ρυθμός και διάβολος)
Αυτές οι μέρες του χειμώνα που έχουνε τον ουρανό λευκό -πολύ λευκό αλλά καθόλου χιόνι, είναι απ' τις πιο βρώμικες ημέρες που υπάρχουν. Υπερβολές - θα μου πείτε. Καθόλου - σάς απαντώ -γιατί τότε, εκτός από την αναπόληση δεν απομένει τίποτα για να ασχοληθεί κανείς στα σοβαρά καθώς, από τη μια μεριά τραβά τον άνθρωπο η μελαγχολία και απ' την άλλη μια ανάγκη αποθέωσης τής φωτιάς και τής κραιπάλης τον οδηγεί σε καταγώγια κάθε εποχής και κάθε τόπου, ως άλμα ή ως αμαρτία, ως τιμωρία αντιστρόφου φύσεως ή ως καταφυγή. Γιατί ο άνθρωπος την αγαπά πολύ τη δράση, γιατί ο άνθρωπος-απόστρατος δεν είναι παρά ένα πτώμα το οποίο περιμένει στην ουρά την επικύρωση τής ύπαρξής του: τής ύπαρξής του ως πτώμα - ω τι κουτό και τι πραγματικό αυτό το πράγμα.
Περνώντας απ' την εκκλησιά είδα πως άνθισε ο χειμωνανθός, είμαστε δηλαδή στο προοίμιο μιας αλλαγής• προοίμιο έχει κάθε αλλαγή μα, δεν μπορεί να το αναγνωρίσει ο καθένας• το βλέπει όμως η ζωή με τα δικά της μάτια μα, και και αυτή αργεί πολύ να το ανακαλύψει• συνήθεια κι αυτή, με αναδρομική αξία μα και δράση.  Αντιλαμβανόμενος λοιπόν τη δύναμη τής δόξας που κοιτάζει προς το παρελθόν, απ' το πρωί - σαν ξύπνησα, ασχολούμαι αποκλειστικά με το ρυθμό: πήγα στον φούρνο περπατώντας ρυθμικά, το ίδιο και στη λαϊκή, και στον γιατρό, στον φαρμακοποιό και στο εστιατόριο όπου μου σέρβιραν ζεστή ψαρόσουπα και ζυμωτό ψωμάκι: Λογικά τώρα θα με ρωτήστε: Γιατί με τον ρυθμό; -Μα γιατί όχι; Ακόμα και η καρδιά τού σύμπαντος χτυπάει ρυθμικά, αργά, πολύ αργά• το ίδιο και η καρδιά τού εσωτερικού τής γης• κάθε καρδιά το ίδιο• επιταχύνουν μόν' οι άρρωστες καρδιές, και οι καρδιές που αγαπούν, που αγαπούν, που αγαπούν, κι ας αμαρτάνουν.
Ρυθμός και ταχύτητα, ρυθμός και Θεός, ρυθμός και θαύματα: αυτά πότε πυκνώνουν και πότε υπάρχουν αραιά εδώ-εκεί σαν είδη που βαδίζουν προς την εξαφάνιση• κάποιος να μας γλιτώσει... 《Κάποιος να μας γλιτώσει, κάποιος να μας γλιτώσει...》 - το λεν οι ασθενείς, το λεν οι  πολιορκημένοι, το λεν οι ένοχοι, το λεν οι παραβάτες: Κάποιος, κάποιος άνθρωπος. Κάποιος άνθρωπος; Μα ο Θεός δεν γίνεται να.... Μα ο Θεός δεν... Μήπως ο διάβολος; - Οι πάσχοντες καταλαβαίνουν: Για να πετάξει  κάποιος από πάνω του τον πόνο, μια δύναμη (δεν ξέρω ποια) τον οδηγεί ακόμα και στην πόρτα τού διαβόλου: Τακ-τακ, τακ-τακ, διάβολε είσαι μέσα; - Και φυσικά ο διάβολος είναι εκεί• πάντοτε είν' εκεί ο διάβολος, είν' ως γιατρός, είναι ως δάσκαλος, είναι ως υπουργός, είν' ως πρωθυπουργός, είναι ως φίλος: Φίλος είναι ο διάβολος μωρέ, κι όταν, κι όσο μπορείτε να τον αντιπολιτεύεστε - μην τον φοβάστε: Να τον αντιπολιτεύεστε, εύστοχα να τον χρησιμοποιείτε, να πίνετε παρέα με αυτόν ακόμα και ρακί• μόνο μην τον τοποθετείτε στις καρδιές σας: Ο διάβολος υπάρχει για να φεύγει• αυτός είναι ο ρόλος του• μην το ξεχνάτε.
Πάντοτε όμως θα υπάρχει ο ρυθμός, αυτό το τακ-τακ ή τικ-τακ που διαρκώς ανοίγεται μέσα στον χρόνο, δρώντας αντίθετα από τα κλάματα των νεογνών και απ' τούς ήχους απ' τις μπόμπες: Αργά το φτιάχνει το καλό ο άνθρωπος - και γρήγορα το καταστρέφει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ


Μεγάλες ώρες

  "Μεγάλες ώρες" Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός . Σ το βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά Κ αι πίσω η πύλη ίσα που φαινό...