(Ρυθμός και διάβολος)
Αυτές οι μέρες του χειμώνα που έχουνε τον ουρανό λευκό -πολύ λευκό αλλά καθόλου χιόνι, είναι απ' τις πιο βρώμικες ημέρες που υπάρχουν. Υπερβολές - θα μου πείτε. Καθόλου - σάς απαντώ -γιατί τότε, εκτός από την αναπόληση δεν απομένει τίποτα για να ασχοληθεί κανείς στα σοβαρά καθώς, από τη μια μεριά τραβά τον άνθρωπο η μελαγχολία και απ' την άλλη μια ανάγκη αποθέωσης τής φωτιάς και τής κραιπάλης τον οδηγεί σε καταγώγια κάθε εποχής και κάθε τόπου, ως άλμα ή ως αμαρτία, ως τιμωρία αντιστρόφου φύσεως ή ως καταφυγή. Γιατί ο άνθρωπος την αγαπά πολύ τη δράση, γιατί ο άνθρωπος-απόστρατος δεν είναι παρά ένα πτώμα το οποίο περιμένει στην ουρά την επικύρωση τής ύπαρξής του: τής ύπαρξής του ως πτώμα - ω τι κουτό και τι πραγματικό αυτό το πράγμα.
Περνώντας απ' την εκκλησιά είδα πως άνθισε ο χειμωνανθός, είμαστε δηλαδή στο προοίμιο μιας αλλαγής• προοίμιο έχει κάθε αλλαγή μα, δεν μπορεί να το αναγνωρίσει ο καθένας• το βλέπει όμως η ζωή με τα δικά της μάτια μα, και και αυτή αργεί πολύ να το ανακαλύψει• συνήθεια κι αυτή, με αναδρομική αξία μα και δράση. Αντιλαμβανόμενος λοιπόν τη δύναμη τής δόξας που κοιτάζει προς το παρελθόν, απ' το πρωί - σαν ξύπνησα, ασχολούμαι αποκλειστικά με το ρυθμό: πήγα στον φούρνο περπατώντας ρυθμικά, το ίδιο και στη λαϊκή, και στον γιατρό, στον φαρμακοποιό και στο εστιατόριο όπου μου σέρβιραν ζεστή ψαρόσουπα και ζυμωτό ψωμάκι: Λογικά τώρα θα με ρωτήστε: Γιατί με τον ρυθμό; -Μα γιατί όχι; Ακόμα και η καρδιά τού σύμπαντος χτυπάει ρυθμικά, αργά, πολύ αργά• το ίδιο και η καρδιά τού εσωτερικού τής γης• κάθε καρδιά το ίδιο• επιταχύνουν μόν' οι άρρωστες καρδιές, και οι καρδιές που αγαπούν, που αγαπούν, που αγαπούν, κι ας αμαρτάνουν.
Ρυθμός και ταχύτητα, ρυθμός και Θεός, ρυθμός και θαύματα: αυτά πότε πυκνώνουν και πότε υπάρχουν αραιά εδώ-εκεί σαν είδη που βαδίζουν προς την εξαφάνιση• κάποιος να μας γλιτώσει... 《Κάποιος να μας γλιτώσει, κάποιος να μας γλιτώσει...》 - το λεν οι ασθενείς, το λεν οι πολιορκημένοι, το λεν οι ένοχοι, το λεν οι παραβάτες: Κάποιος, κάποιος άνθρωπος. Κάποιος άνθρωπος; Μα ο Θεός δεν γίνεται να.... Μα ο Θεός δεν... Μήπως ο διάβολος; - Οι πάσχοντες καταλαβαίνουν: Για να πετάξει κάποιος από πάνω του τον πόνο, μια δύναμη (δεν ξέρω ποια) τον οδηγεί ακόμα και στην πόρτα τού διαβόλου: Τακ-τακ, τακ-τακ, διάβολε είσαι μέσα; - Και φυσικά ο διάβολος είναι εκεί• πάντοτε είν' εκεί ο διάβολος, είν' ως γιατρός, είναι ως δάσκαλος, είναι ως υπουργός, είν' ως πρωθυπουργός, είναι ως φίλος: Φίλος είναι ο διάβολος μωρέ, κι όταν, κι όσο μπορείτε να τον αντιπολιτεύεστε - μην τον φοβάστε: Να τον αντιπολιτεύεστε, εύστοχα να τον χρησιμοποιείτε, να πίνετε παρέα με αυτόν ακόμα και ρακί• μόνο μην τον τοποθετείτε στις καρδιές σας: Ο διάβολος υπάρχει για να φεύγει• αυτός είναι ο ρόλος του• μην το ξεχνάτε.
Πάντοτε όμως θα υπάρχει ο ρυθμός, αυτό το τακ-τακ ή τικ-τακ που διαρκώς ανοίγεται μέσα στον χρόνο, δρώντας αντίθετα από τα κλάματα των νεογνών και απ' τούς ήχους απ' τις μπόμπες: Αργά το φτιάχνει το καλό ο άνθρωπος - και γρήγορα το καταστρέφει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου