Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Εγώ δεν σε φοβάμαι ουρανέ


(Δεν σε φοβάμαι ουρανέ)
Κάποτε είδα  ένα όνειρο: Ένα, ένα και μοναδικό: Ο ήλιος ήτανε (λέει) παγωμένος και από τα ψηλά βουνά αποχωρούσαν οι βοσκοί. Μόλις το είχα δει (θυμάμαι) είχα υποχωρήσει πρώτη μου φορά  (ήταν πρωί, ήταν απόγευμα - πού να θυμάμαι; και ποιον ενδιαφέρει, δηλαδή)• τότε ήταν που ξόφλησα τούς υπηρέτες μου σε είδος: τους υπηρέτες μου, αχ τους υπηρέτες μου - την πεθαμένη μου αποστολή αποχαιρέτησα με θάρρος: Ελλάδα: χίλια και χίλια κι άλλα χίλια τόσα χρόνια: Ποιο έλεος; - Μονάχα τραγωδίες μες στα χιόνια. Ποιο έλεος; Ποιες προσευχές; - Τα ξεχιονίζω τα περβόλια μου με ηλιακές ανταύγειες, όσο πιστεύω, όσο ζω και όσο γράφω: τάμα στον κάμπο κάποιας εποχής, τάμα μ' απόσταση, τάμα που γνώρισε τη Φρίκη της αφομοιώσεως και έζησε την κάθοδο των Δωριέων• μετά: θυσίες στο βωμό τής γνησιότητας ξανά• θυσίες και ελπίδες.
Κι επαναλήψεων συνέχεια, και ο παπάς με την αγιαστούρα του στις αυλές: τόσα για τ' όνειρο και τόσα για το θαύμα• βουβός ο Άγιος Φραγκίσκος τής Ασίζης: υγεία, ευεξία, ομορφιά και πρωινό με πάχνη στο χορτάρι: σταυρός, χαράκωμα, ρυθμός, χάνδρες κομπολογιού και ζάρια από τάβλι. Και, στο ματωμένο βρακί του γερουσιαστή Μακάρθι: ήλιος με δόντια: Δέκα η ώρα το πρωί! Ιησού Χριστέ! - Τι έπαθα και σκέφτομαι τη νύχτα; - Υπομονή, θ' αρχίσουνε οι πεταλούδες να πετούν ξανά κάτω από τις λέξεις που σαλεύουν: δημόσιοι υπάλληλοι στην εξοχή - εδώ και τώρα• και θλίψη κι ουρανός: θα δω ξανά τ' αποτελέσματα μεθαύριο: Βήματα, βήματα, βήματα και κραυγές!
Και ναι, γίνομαι φάντασμα• και ναι, κοιμάμαι πάνω στο τεράστιο μπαλόνι παρέα με τα πνεύματα τού Αβραάμ και του Αττίλα. Εσύ όμως, βάλ' τον καφέ στη μηχανή, στο δεύτερο ημίχρονο θ' αρχίσει το βρισίδι: Έρικα, Αφροδίτη και Ελένη, είμ' ένα φάντασμα, τραβάω προς την εξοχή κι εγώ, δώστε μου το μικρόφωνο: Ω - Ω, Ε - Ε, ΕΓΩ ΔΕΝ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΥΡΑΝΕ!
Δέκα η ώρα το πρωί! Ιησού Χριστέ! - Εντέλει οι πλατείες ήταν άγονες: σκλαβιά επάνω στη σκλαβιά, χαρά επάνω στη χαρά, εξοπλισμός, αξιοπρέπεια, θυμός, πρώτα ο ήχος απ' το σκουπιδιάρικο, από το σκουπιδιάρικο που την καρότσα του φορτώνει με σκουπίδια: στη δύση, στην ανατολή, όπου οι νύχτες κυβερνούν, όπου οι μέρες απεργούν κι ένα παιδί δακρύζει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μεγάλες ώρες

  "Μεγάλες ώρες" Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός . Σ το βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά Κ αι πίσω η πύλη ίσα που φαινό...