(Τα πρόσωπα)
Πού έφτασα;
Αναρωτήθηκα μόλις συνάντησα τα πρώτα σπίτια
Και βάλθηκα να με αναζητώ
Και βάλθηκα ν' αναζητάω τα κομμάτια μου
Στους σκούρους χωματόδρομους από εκείνο το χωριό
Μέχρι που νύχτωνε (κάθε φορά)
Και δεν προλάβαινα την εκκλησία ανοικτή
Κι ως το επόμενο πρωί
Μου κάνανε παρέα το τεράστιο ρολόι της
Και το καμπαναριό της.
Τα κομμάτια μου - μα ποια κομμάτια μου;
Για τα κομμάτια μου και για εκείνα απ' τον Τίμιο Σταυρό
Τώρα ηλιοβασίλεμα – τώρα;
Τώρα - στο χρώμα τής σκουριάς
Κι ότι τελειώνει φεύγει δίχως δικαιώματα•
Επόμενη σελίδα - σ ε β α σ μ ό ς.
Κι η ενεργητική πλευρά;
Επόμενες κουβέντες - μόνο επόμενες, μόνο κουβέντες
Όταν οι αετοί θα σού απαγορεύουν την κατάθλιψη - εγώ το ξέρω
Το ξέρω, στέλνω το αφανές και το βουβό
Κρήνη τούς Ηρακλή, θεσσαλικό ποτάμι
Για μία δέσμη φωτεινή που σκάβει ανυπόμονα
Εδώ κι έναν αιώνα τον πλανήτη.
Για μία δέσμη φωτεινή, για τα κομμάτια μου
Χορός περιστεριών, χορός μελλοθανάτων πιερότων
Στη Βενετία άλλωστε οι μάσκες παραμένουν μελαγχολικές
Και όταν και αν και τότε:
Ο λόγος, ο λόγος, ο λόγος
Μία βιβλιοθήκη με βιογραφίες κλασσικών
Τα πρόσωπά τους και τα ράσα τους
Τα πρόσωπα - τ α π ρ ό σ ω π ά μ α ς.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου