"Μεγάλες ώρες"
Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός.
Στο βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά
Και πίσω η πύλη ίσα που φαινόταν
Μέσα στο μισοσκόταδο.
Πια δεν μιλούσα.
Μα τα είχα πει όλα πάνω στο βουνό.
Μόνο κοιτούσα την αμηχανία της γυναίκας
Τη νευρικότητα του άνδρα
Και την επιμονή του ρολογιού
Που δεν συγχώρεσε ποτέ την ατολμία
Και προσπερνούσε σχέσεις και στιγμές
Σας αυτοκίνητο της φόρμουλας.
Το μυστικό ήταν μια άνοιξη
Το χρονικό είχε γραφτεί στο καθαρό
Οι ήττες είχαν μοιραστεί
Και το μολύβι μου 'λεγε ξεκίνα.
Την προηγούμενη είχα παρεβρεθεί στην τελετή ενθρόνισης.
Αυτός είναι ο κόσμος μας.
Κάνεις γλιτώνει βυθισμένος στη σιωπή
Κι ας είναι καλά
Κάποια πουλιά μπορούν ακόμα τραγουδώντας να παρηγορούν
Τα λόγια παρακάμπτοντας τα σιδερένια.
Μεγάλες ώρες, γεμάτα πάρκιγκ
Οι συναυλία όμως ματαιώθηκε
Τον βασιλιά τον φάγαν τα σκυλιά
Χαμογελουσα όταν έβλεπα να μαλώνουν τα λιοντάρια
Ήταν το τυχερό μου πέρασμα αυτό
Ήταν της περιφρόνησης ο δρόμος ευτυχία.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ






