Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα: Ο άγιος εκδικητής

Ανάμεσα σε γνήσιες απογευματινές στιγμές απογειώνονταν, μετρώντας αποχωρισμούς και απουσίες, μετρώντας  πάνω του πληγές, πετώντας λόγια στα οποία δεν έβρισκε καμία σημασία στα σκουπίδια. Μάης και άνοιξη μετά από βαρύ χειμώνα. Καθόταν όρθιος, σχεδόν  στην κορυφή  ενός από του βράχους των Μετεώρων  κι αγνάντευε ένα ηλιοβασίλεμα κατακόκκινο, σχεδόν σαν ματωμένο. Παλιότερα ο ίδιος ήταν άνθρωπος, που λεν, παντός καιρού. Πια οι δυνάμεις του είχανε περιοριστεί σε μήνες καλοκαιρινούς, σε αρκετή από την άνοιξη, σε κάμποσο φθινόπωρο και σε συγκεκριμένες μέρες τού χειμώνα. Τα μάτια του είχανε στυλωθεί στον χώρο που τον καταλάμβανε ο ουρανός όπου και ήτανε κυρίαρχο το κόκκινο το χρώμα. Ένα ελπιδοφόρο αεράκι έκανε να σηκώνονται τα ράσα του και ύστερα να κουνιούνται, βοηθώντας παρέα με την αντηλιά και τη γενειάδα του να έχει η μορφή του κάτι το βιβλικό και ταυτοχρόνως βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα κάποιας από τις ελληνικές αρχαίες τραγωδίες. Ήτανε σαν να άλλαζε διαρκώς το πρόσωπό του: τη μια τυφλός Οιδίποδας, την άλλη Προμηθέας στον καυκάσιο τον βράχο, ύστερα Μωυσής απέναντι από το πέρασμα τής Ερυθράς Θαλάσσης, μετά Χριστός στων Ελαιών το όρος, ο ίδιος τιμωρημένος τιμωρός στο έσχατό του στάδιο, ούτε καλός, ούτε κακός ή και καλός μα και κακός αντάμα.
Στεκόταν αμίλητος, στεκόταν μόνος. Μπροστά του μόνο χρώματα και φύση - κι οι άνθρωποι πολύ μακριά, πολύ - πολύ μακριά απ' το δικό του τέρμα: Ήτανε ένας άνθρωπος ο οποίος είχε αφιερωθεί στην έννοια τής εκδικήσεως, δεν είχε επιτρέψει ποτέ τον εαυτό του ν' αγαπήσει, ήτανε όλος μια αποστολή: να καταστρέψει τους καταστροφείς τής οικογένειά του, φροντίζοντας να δώσει σε αυτή μία συνέχεια, θυσιαζόμενος ο ίδιος, νεκρός πριν απ' την ώρα του από τις τύψεις, Ορέστης μέσα στον εικοστό αιώνα, γνώστης τού αναπόφευκτου από τού παρελθόντος τα διδάγματα, γιαυτό και σιωπηλός και μόνος του απέναντι στη μοίρα.
“Κι η μοίρα είναι μια ευθύνη και αυτή. Είναι η πιο τεράστια ευθύνη, ένα φόρτωμα που διαρκώς επικαλύπτεται, μουσκεύει και βαραίνει. Αν δεν βρεθεί κανείς στα δίχτυα της δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβει. Αργότερα, προς τον τερματισμό του, τα πράγματα θα τα κατανοεί διαφορετικά, θα εκτιμά πράγματα τα οποία είναι απλά, απλούστατα: έναν καφέ ελληνικό σε καφενέ μικρού χωριού, τη δημιουργία οικογένειας, μια σύνταξη, έναν αγώνα ποδοσφαιρικό, μία παρτίδα δηλωτής, ένα κουλούρι απ' τα στρόγγυλα, ένα παγκάκι πέτρινο στο κέντρο ενός πάρκου. Όλα αυτά, προς τον τερματισμό του κι αφού έχει σπαταληθεί εγωισμός και ενεργητικότητα κι αφού δεν σβήνει μια ζωή και φυσικά δεν σβήνεται, δεν μένει άλλο τίποτα από το να κοιτά τη φύση, τη λειτουργία και τα χρώματά της - δηλαδή τον εαυτό του, δηλαδή: ότι το πιο απόλυτα απόλυτο υπάρχει” μονολόγησε εσωτερικά κι επικεντρώθηκε στο να κοιτάζει έναν ασπροπάρη ο οποίος έκανε γύρους μπρος από το ηλιοβασίλεμα μ' ορθάνοικτα τα τεράστια φτερά του, κάνοντας προφανώς τις τελευταίες του προσπάθειες να βρει κάποιο ψοφίμι για να φάει πριν νυχτώσει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μεγάλες ώρες

  "Μεγάλες ώρες" Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός . Σ το βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά Κ αι πίσω η πύλη ίσα που φαινό...