“Ανισομέρεια”
(Στη μνήμη τού Μάνου Ελευθερίου)
Κι αργότερα να με ρωτά ο θάνατος: Πώς γίνεται;
Πώς γίνεται κι αλλάζουνε τα χρώματα
Και τα πουλιά πετούν χορεύοντας
Την ώρα που ξεκίνησαν να μεγαλώνουνε οι νύχτες:
Το ρόπτρο το χτυπά ξανά η ποίηση
Αργότερα σκοτάδι και επάνοδος
Αεροπλάνα και μπουμπουνητά
Και μουσική στο βάθος.
Με τις μεταβολές πορεύομαι, μ' αδύναμα τα χέρια - α ν ι σ ο μ έ ρ ε ι α
Που ο καιρός καταλαβαίνει πιο καλά
Πώς λειτουργεί κι αυτό το καλοκαίρι:
Από τα σύννεφα δεν πέσαμε αυτό το πρωινό
Που χάθηκε το ημερήσιο φεγγάρι.
Και περπατώ και δεν με ξέρουν οι πολλοί - τι τύχη!
Εγώ είμαι που χάθηκα, εγώ και που υπάρχω
Που με μεθάει η οσμή των ξινισμένων σταφυλιών – πρωί-πρωί•
Κρατά η φύση τα κλειδιά αυτών που θα 'ρθουν:
Δροσιά φερμένη απ' τον ουρανό και νοσταλγία
Σύντομες τελετές στις εκκλησίες που θα γίνουν
Και τα καράβια αραγμένα στα λιμάνια.
Μέρα κι αυτή, βουβή, τρελή, σχεδόν ασήμαντη
Μόνο δυο-τρία χελιδόνια σχίζουν τον αέρα με ταχύτητα
Μαθαίνοντας, ξεχνώντας, πολεμώντας.
Τώρα, που πολεμούν με τις αστείες εποχές και οι ελπίδες
Κι αν βρέξει, κάποια ταφή θα γίνει πιο αργά
Με την ευλάβεια που απαιτούν σεμνότητα και έργο
Με άγια πρόσωπα να επιβεβαιώνουν κάποιο πέρασμα:
Δεν είναι μακριά η έννοια τού φθινοπώρου απ' το τώρα.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου