Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Felix Silvestris Catus

(Αυτές τις μέρες προσπαθώ να ολοκληρώσω το δεύτερο μυθιστόρημά μου το οποίο απευθύνεται σε παιδιά που θα ονομάζεται: Felix Silvestris Catus. Στη μνήμη όλων όσων χάθηκαν στις πυρκαγιές των ημερών μας -και ειδικά στων παιδιών- αφιερώνω το ενδέκατο κεφάλαιο τού βιβλίου μου αυτού όπου πιστεύω ότι αναλύονται πολλά από αυτά που ζούμε.)
Από το βιβλίο μου: Felix Silvestris Catus
Δεν υπάρχει γάτα που να μην θέλει να 'ναι όμορφη. Η κάθε μια με τον δικό της τρόπο, προτάσσοντας τα δικά της τα χαρακτηριστικά και τα δικά της γούστα. Η Ντάνα, ας πούμε, πρότασσε τη φύση της, μοιάζοντας κάπως με τη θεά τής αρχαιότητας την Άρτεμη, η Ντιντή που ήταν πιο αγαπησιάρα όμοια, θα 'λεγε κανείς, τής Αφροδίτης. Και  ο Μπεμπέτος; Κι ο γάτος μας; Α, αυτός βαρύς κι ασήκωτος, κι όλα τα έβλεπε από ψηλά, ασπρόμαυρος και καθαρός, ίδιος ο Δίας. Από ψηλά κοίταζε το βασίλειό του, τα μέρη που 'χε μεγαλώσει, τούς δρόμους, τα οικόπεδα και τις αυλές, τις σκοτεινές γωνιές τού κήπου μας, τα κλήματα και το γκαζόν, τη βρύση τη χτιστή, τη στολισμένη με κοχύλια τής θαλάσσης. Συνήθιζε να περνά σχεδόν μισή ημέρα πάνω στο ντουβάρι. Τον έβλεπα να 'ναι βαρύς κι ασήκωτος, να 'ναι και σκεφτικός. Τι τάχα να σκεφτόταν; Το παρελθόν του; Μια απόδραση; Να αποδράσει απ' αυτό; Την τελευταία του απόδραση; - Και έτσι λειτουργούν οι γάτοι: Λένε πως χάνονται ακολουθώντας θηλυκές τσαχπίνικες υπάρξεις (ποιος ξέρει;), όμοια ναυτικοί που τούς απορροφά κάποτε κάποιο λιμάνι μελαγχολικό ή κάποιο άλλο όλο φώτα, κόσμο και βοή, κάπου στα βάθη τής Ανατολής ή όμοια ποιητές από αυτούς που τούς απορροφά η διαχρονικότητα ενός ποιήματος που έχουν γράψει ή, κάποιο από τα ελάχιστα τα γνήσια τα μοναστήρια που υπάρχουνε κρυμμένα από τη βάρβαρη επικαιρότητα των ημερών μας. 
Οι γάτοι φεύγουν ψάχνοντας, οι γάτοι χάνονται και λόγω σκέψης. Μάλιστα, δεν έχουν την έννοια τού Παραδείσου για παρηγοριά ή και για στόχο. Άλλωστε, οι γάτες (λέει η παράδοση) έχουν επτά ψυχές κι είναι το είδος που 'χει μέσα στο αίμα του την τραγωδία: Τι τραγικό να χάνεσαι μονομαχώντας με οχιές, τι τραγικό να σε πατούν τα αυτοκίνητα, τι τραγικό να φεύγεις από φόλα. Κι ύστερα στα αζήτητα, στο πουθενά, ούτε καν σαν ένας αριθμός. Μόνο η πόρνη τύχη αν το φέρει, σαν δάκρυα στα μάτια κάποιου νεαρού παιδιού ή κάποιου ηλικιωμένου με ευαισθησίες.
Η στάση ζωής τού γάτου Μπεμπέτου με προβλημάτισε πολλές φορές με τρόπο υπαρξιακό, με έκανε να αναρωτηθώ  πότε και πού τελειώνουμε ως υπάρξεις. Εμείς, το περιβάλλον γύρω μας, τα σπίτια, τα σχολεία μας, οι πόλεις, τα χωριά μας. Τελειώνουμε... Και κάποιοι από μας με τρόπους τραγικούς. Και ο υφέρπων φασισμός που σέρνεται πάνω στις εποχές, αυτούς να τούς αποκαλεί και φταίχτες: Φταις θα σου πουν που γεννήθηκες και μένεις σε χωριό, φταις που πεθύμησες χαμόγελο, φταις που επέλεξες να κάνεις μια δουλειά συγκεκριμένη, φταις που δεν έχεις καν τον τελευταίο οβολό στην τσέπη σου για να στον πάρει και αυτόν η προστυχιά τού χάρου. Χαμογελώ ειρωνικά... Φίλε που με διαβάζεις, πες τους αυτούς να παν στο διάβολο. Μετά το όποιο τέλος συκοφαντίες δεν χωρούν, οι απόντες αποκτούν αμέσως προστασία ηθική κι ο χρόνος είναι χρόνος. Λοιπόν, ακόμα και οι ευθύνες βυθίζονται στη θάλασσα τής σχετικότητας όταν ξεφεύγουν απ' τα έργα ανθρώπων από αυτούς που 'χουν το πρόσταγμα και παν' σαν υίαινες πάνω στην όποια ύπαρξη παλεύει τον καιρό,  σ' ότι γεννιέται κάπου κάποτε χωρίς να έχει ρωτηθεί, σε θύματα, σε τίμιους νεκρούς κι όταν με το σφουγγάρι της μια τραγωδία δημιουργεί tabula rasa.
Βλέποντας τον Μπεμπέτο να παρατηρεί νωχελικά τον κόσμο του, σκεφτόμουν ότι τα αρσενικά γατιά πάνω τους κουβαλάνε ιερότητα. Ιερότητα ωμή, χωρίς λιβάνια, με ήλιο (ήλιο πολύ), με χρώματα που εναλλάσσονται , με εικόνες, με στιγμές πραγματικότητας κατά τις οποίες ο όποιος θρήνος δεν είναι μια απλή θεατρική παράσταση, κατά τις οποίες ο Ετεοκλής μα και ο Πολυνείκης δικαιούνται πρέπουσα ταφή, κατά τις οποίες όποιος δείχνει με το δάχτυλο ασελγεί όντας μη αναμάρτητος, κατά τις οποίες τα γεγονότα δρώντας αρνητικά: παράγουν πυρκαγιές, πλημμύρες, λόγια με θυμό και ψέματα, εμφύλιους, σελίδες μαύρης ιστορίας. Κι όλα αυτά για να μπορέσουν κάποιοι να επεκταθούν (έστω προσωρινά) και να πλουτίσουνε σε εξουσία (πρώτα-πρώτα) και σε χρήμα: Οι Κρέοντες απ' τη ζωή μας δεν θα λείψουν.
Όμως οι γάτοι φεύγουν. Φεύγουν το μάτι κλείνοντας προκλητικά: Ανώνυμοι (ή κάποιες φορές κι επώνυμοι, σαν τον Μπεμπέτο), αθόρυβοι, χωρίς λυγμούς και δάκρυα, χλευάζοντας τον κόσμο μας, χλευάζοντας την ιστορία σαν αυτή τη γράφουνε κοινοί θνητοί, χλευάζοντας αυτούς που λεν θύτες τα θύματα, χλευάζοντας την πονηριά, χλευάζοντας τις εξουσίες, χλευάζοντας τη  ίδια τους την ύπαρξη, δείχνοντας πως αυτογνωσία και ελευθερία προχωρούν παράλληλα, θεώνοντας ως και πολλούς απ' τούς αμαρτωλούς, ως και ληστές που ξέροντας αυτό που είναι, το κεφάλι σκύβοντας, εντέλει την κερδίζουν την αθανασία. Όμως οι γάτοι φεύγουν. Φεύγουν χωρίς να ξέρουνε τι είναι διάβολος, χωρίς να ξέρουνε τι είναι ο θεός. Θεοί οι ίδιοι: Θεοί οι ίδιοι σαν και τους ανθρώπους οι οποίοι χάνονται προτού να κάνουνε τα πρώτα βήματά τους στη ζωή, προτού να γίνει και να ξέρουν. Φεύγουν, χάνονται, κλείνουνε τα βιβλία τους με το περιβάλλον, με τη ζωή, μ' ότι συμβαίνει τώρα, με τον ενεστώτα χρόνο και με τον κυνισμό αυτού, με τούς χειμώνες που χαμογελούν σαν καλοκαίρια: Άλλωστε, η αθωότητα τελειώνει λίγο μετά τη γέννηση και ξεκινά ξανά την ώρα τού θανάτου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μεγάλες ώρες

  "Μεγάλες ώρες" Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός . Σ το βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά Κ αι πίσω η πύλη ίσα που φαινό...