Σίγησαν τα πιστόλια
Και η αυλή υγρανθηκε από τα δάκρυα των υπερβολικά αθώων.
Και άλλαζε η εποχή πατωντας φρένο
Και το απόγευμα ήταν γεμάτο μοναξιά
Στα πάρκα, στα φεγγάρια, στα οικόπεδα
Όπου η διαφάνεια επιβαλλόταν εκ των άνω
Ή παίζοντας, μόνο τα μικρά παιδιά περνούσανε καλά
Γιατί δεν γνώριζαν, γιατί περίμεναν
Γιατί κρυβόντουσαν πιο εύκολα
Από τους χαυλιόδοντες τού χρόνου.
Και έπαιζα κι εγώ
με λέξεις και με δευτερόλεπτα -
Της αθωότητας μελαγχολία και τής στιγμής μαρτύριο
Το φως της ύπαρξής μου και τα ξεχασμένα χάδια της
Όμοια ηττημένης μάνας -
Το τέλος, η ανάγκη, η ζωή.
Οι χωροφύλακες είχαν αποχωρήσει
Οι έμποροι είχαν βαρεθεί από καιρό
Έβριζα δίχως αποτέλεσμα
Αργούσαν να ρθουν τα νοσοκομειακά
Κι ένας πλανόδιος ζωγράφος χάραζε
Πάνω σε τοίχο βρώμικο
Μια πρόστυχη τελεία.
ΑΠΌΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου