Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Οι στρατιώτες

(Οι στρατιώτες)
Ξέρω, ψάχνεις για τύψεις, ψάχνεις για στρατιώτες, ψάχνεις για στρατιώτες που πεθάναν όρθιοι πριν ακριβώς έναν αιώνα. Τούς ψάχνεις στις πλατείες, τούς ψάχνεις μέσα στις εποχές - τούς βρίσκεις σαν αγάλματα, τούς βρίσκεις σαν εγκλήματα, τούς βρίσκεις σαν αποτελέσματα στα μάτια των μικρών παιδιών, πάνω σε γιορτινά τραπέζια, μέσα σε βάζα ξεχασμένα, στις αποβάθρες σιδηροδρομικών σταθμών που βρίσκονται σε άγονες περιοχές, εκεί όπου δεν έχει κύματα, εκεί όπου το σύμπαν συμβολίζεται από περίεργες ανταύγειες.
   Ψάχνεις, ψάχνεις μα δεν το λες, δεν το διαδίδεις, το φοβάσαι. Φοβάσαι; - Τον φόβο να τον ξεπερνάς, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν δορυφόροι και πως η διαφάνεια συνήθως αφορά τούς αδυνάμους: Μα είσαι ήδη τυχερή, μα είσαι ήδη δυνατή, μα ήδη επιλέγεις πρώτη: από τα θεϊκά βιώματα μέχρι τα ντοκουμέντα, από ποιητικές νεκρολογίες μέχρι και τα ονόματα, από χορούς φολκλορικούς ως τα κουμπιά μαχητικών αεροπλάνων.
   Ψάχνεις, αφήνεις τον αθλητισμό σε μένα - σ' ευχαριστώ: Σ' ευχαριστώ  γιατί είν' ο αθλητισμός τμήμα τής λογικής και φυσικά μ' ενδιαφέρει. Σ' ευχαριστώ που μ' άφησες και τ' όνειρο, που μ' άφησες να κρατώ στα χέρια μου μοναδικές εικόνες: σπασμένες λόγχες, τρύπια κράνη, τρύπιες στολές, λόγια που έχουν πεταχτεί σε κάδους σκουπιδιών, περιοχές κοιμητηρίων καταπράσινες, άφθονες φτωχογειτονιές του εικοστού αιώνα.
   Κι ο θάνατος: εδώ - εκεί. Κι η φύση παντού η ίδια: ίδια προς το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Ίδια, σαν των ιεροδούλων τα κρεβάτια, σαν τα γυαλιά των υπολοχαγών, σαν τα χαμόγελα πρωθυπουργών, σαν θησαυροί που 'χουν βρεθεί σε στρώματα νεκρών υποκειμένων: Νεκρών υποκειμένων, νεκρών σκεπτόμενων συνόλων, νεκρών που δεν προσπάθησαν ποτέ να κυλιστούν στη αμαρτία.
   Ψάχνεις για τύψεις - ψάχνω για τα ξεθωριασμένα χρώματα και κάποιες φλόγες: φλόγες - ελπίδες, σπίθες σε τζάκια χωρικών, σπουδαίες ζωγραφιές επάνω σε χαρτιά κιτρινισμένα. Ψάχνεις• στην πράξη όμως είσαι αδιάφορη, δεν συγκεντρώνεις διευθύνσεις από διατηρητέα σπίτια, δεν βλέπεις την αγάπη σαν περνάει από δίπλα σου• το πολεμάς χορεύοντας και ανεβαίνεις σκάλες.
   Πάντως, σού γράφω απ' το καλοκαίρι, απ' ένα κιόσκι δίπλα από τη θάλασσα, τη θάλασσα τής λησμονιάς, τη θάλασσα μιας λησμονιάς αιώνιας• πλέον κανείς δεν κολυμπά μέσα σ' αυτή τη θάλασσα: Οι στρατιώτες σου προχώρησαν, οι στρατιώτες σου υπάρχουν κάπου μακριά - ή, δεν, υπάρχουν. Γιατί δεν αποκαλύπτει πάντα το λιβάνι τις αιχμές, γιατί μαθαίνεις πορευόμενη, γιατί μαθαίνω πορευόμενος ότι η δύση είν' η μοίρα τού ηλίου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μεγάλες ώρες

  "Μεγάλες ώρες" Απλώνονταν μπροστά μου ένας δείπνος μυστικός . Σ το βάθος έκαιγε η μεγάλη φωτιά Κ αι πίσω η πύλη ίσα που φαινό...