(Η πρόβα)
Ανέβαινα την ξύλινη τη σκάλα, νύχτωνε
Ηχούσανε παράξενα τα βήματά μου
Σαν βήματα νεκρού, σαν βήματα τής σιγουριάς
Κι όλα αυτά μες στο σκοτάδι.
Κι η υγρασία να τρυπά τα κόκαλα
Όπως οι άρρωστες στιγμές τής ματαιότητας
Που ζουν συνήθως νύχτα.
Σαν έφτασα στον όροφο
Κινήθηκα απρόθυμα προς τη μεγάλη πόρτα.
Την άνοιξα.
Μόλις την άνοιξα, άρχισαν οι ιεροψάλτες να δοξολογούν-
Μια πρόβα ήτανε, ήταν απλώς μια πρόβα.
ΑΠΌΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ
ΑΠΌΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου